χολολιθίαση

χολολιθίαση
η, Ν
ιατρ. η παρουσία χολολίθων στις χοληφόρους οδούς και ειδικά στη χοληδόχο κύστη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. cholelithiase < χολόλιθος + κατάλ., -ίαση*. Η λ., στον λόγιο τ. χολολιθίασις, μαρτυρείται από το 1888 στην εφημερίδα Εστία].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • χολολιθίαση — η εμφάνιση χολόλιθων στη χοληδόχο κύστη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λιθιάσεις — Παθολογικές καταστάσεις που προκαλούνται σε διάφορα όργανα του ανθρώπινου σώματος εξαιτίας της παρουσίας λίθων. Οι λίθοι (πέτρες) είναι στερεά σώματα, τα οποία σχηματίζονται στους εκφορητικούς πόρους των αδένων ή σε κοίλα όργανα εξαιτίας… …   Dictionary of Greek

  • χολή — Προϊόν της έκκρισης του ήπατος, που προορίζεται να διευκολύνει τη λειτουργία της πέψης, στο έντερο. Σχηματίζεται κατά μεγάλο μέρος στα ηπατικά κύτταρα και, διαμέσου των χοληφόρων τριχοειδών, που βρίσκονται στο ηπατικό λοβίο, περνά τους χοληφόρους …   Dictionary of Greek

  • χολοκυστίτιδα — η, Ν ιατρ. φλεγμονή τής χοληδόχου κύστεως, σε συνδυασμό, τις περισσότερες φορές, με χολολιθίαση. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. cholecystite < χολή + κύστη + κατάλ. ίτιδα*] …   Dictionary of Greek

  • χολολιθικός — ή, ό, Ν [χολόλιθος] 1. ο σχετικός με τους χολόλιθους 2. αυτός που πάσχει από χολολιθίαση …   Dictionary of Greek

  • βερβερίδα — (berberis). Γένος θάμνων της οικογένειας των βερβεριδών, με 160 είδη. Είναι φυτά του βορείου ημισφαιρίου και την Ινδίας, από τα oποία σπουδαιότερο είναι η β. η κοινή, ύψους 1 2,5 μ. με βλαστούς λεπτούς, γεμάτους αγκάθια, που προέρχονται από τη… …   Dictionary of Greek

  • χολολιθικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους χολόλιθους ή στη χολολιθίαση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”